1.

Του άρεσε όταν ήταν κλειστά τα παντζούρια. Ο λιγοστός ήλιος που έμπαινε στο σπίτι τον έκανε να σκέφτεται πιο δημιουργικά. Έπειθε τον εαυτό του πως όταν έχει μισοσκόταδο, ενώ έξω είναι ακόμη μεσημέρι, του αποκαλύπτεται το ανώτερο πραγματικά πνεύμα του. Έκατσε λοιπόν στην πολυθρόνα του. Μύρισε το σπίτι. Αποφάσισε να ξεκινήσει.

Ψαχούλεψε με το χέρι του κάτω από το μαξιλάρι της πολυθρόνας και έβγαλε ένα δερματόδετο πράσινο σημειωματάριο. Έκατσε πιο αναπαυτικά στην πλάτη της πολυθρόνας και άρχισε να διαβάζει δυνατά σε μία γλώσσα ακαταλαβίστικη. Ξαφνικά ένας δυνατός άνεμος στροβιλίστηκε γύρω του και η ύπαρξή του εγκατέλειψε αστραπιαία την πολυθρόνα. Ακριβώς μιάμιση στιγμή αργότερα, σε έναν άλλο κόσμο, σε ενα χιονισμένο ελατόδασος που ποτέ δεν συλλήθηκε ενόψει των γενεθλίων κάποιου που σε αυτό τον κόσμο ποτέ δεν υπήρξε, η ύπαρξή του επανεμφανίστηκε. Μισή στιγμή αργότερα ένιωσε μία βίαιη σύσπαση και άδειασε το στομάχι του στο χιόνι. Μικρό το τίμημα, σκέφτηκε. Αναστέναξε, σκούπισε το πρόσωπό του μ’ ένα μεταξωτό μαντήλι, φύλαξε το σημειωματάριο σε μια πτυχή του μανδύα του και άρχισε να κατηφορίζει το μισοκρυμμένο από το χιόνι μονοπάτι.

Τα πόδια του έκαιγαν. «Ποια ήταν η τελευταία φορά που ήμουν εδώ;». Ίσως με αυτήν τη σκέψη κάλυψε αυτό που πραγματικά τον απασχολούσε: ποιός ήταν την τελευταία φορά που βρέθηκε εκεί. Το χιόνι του έφερνε μνήμες ζωντανές. Περπατούσαν δίπλα του και του ψιθύριζαν το όνομά του. «Ρόναρ». Ξαφνιάστηκε. Κοίταξε τα χέρια του. Ζαρωμένα, γέρικα, γεμάτα φακίδες. Άρχισε να κρυώνει. Τα πόδια του έκαιγαν γιατί ήταν ξυπόλητος. Άρχισε να παραπατάει και να φωνάζει άναρθρα. Δεν υπήρχαν πλέον σκέψεις, δεν ήξερε τι είναι.

«Γέρο… είσαι καλά, γέρο;». Σαν παιδί, ο άντρας που ξέχασε τι ήταν, κοίταξε γύρω του. Με γουρλωμένα μάτια κοίταζε προσεκτικά εκείνο το χλωμό στόμα που του μιλούσε. Το στόμα που ανήκε σε ένα παιδί, γύρω στα δώδεκα με πράσινα ρούχα και κόκκινα μαλλιά. Ήταν χλωμό, πολύ χλωμό σχεδόν νεκρό και λίγο μπλέ. Βέβαια για τον άντρα που ξέχασε τι είναι ήταν απλώς κάτι που του έφερνε μια μπερδεμένη ηρεμία, σαν κουτάβι που το έπιασαν απότομα από το σβέρκο. «Καημένε μου…»

Το κόκκινο νεκρό παιδί του έπιασε το χέρι και αυτό τον τάραξε. Επανήλθε στις παλιές του συνήθειες σαν να ελευθερώθηκε ο σβέρκος του. Φώναζε και γρύλιζε σα λυσσασμένος ενώ χτυπούσε δυνατά τα πόδια του στο βαθύ χιόνι. Τα βούλιαζε με φόρα μέχρι να κοπανήσουν το σκληρό χώμα και τα ανύψωνε τόσο ώστε να πάρει πάλι λυσσασμένη φόρα. Πονούσε ο κακομοίρης, αλλά αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να κατανοήσει, οπότε συνέχιζε. «Ηρέμησε, έλα μαζί μου…».


Σχόλια