Αναρτήσεις

Ωδή σε ένα μισοτελειωμένο Σαμπουάν

Τα μαλλιά μου είναι ακόμη βρεγμένα. Κάθε φορά στο ντουζ παρατηρώ πως το σαμπουάν μου μυρίζει όπως ο άνθρωπός μου. Βγαίνοντας το ξεχνώ, όπως και κάθε σκέψη που κάνω εκεί μέσα. Αυτή τη φορά πίεσα τον εαυτό μου να μην το αφήσω στην μπανιέρα και να το πάρω μαζί μου στο νέο μου λάπτοπ. Τη σκέψη μου δηλαδή. Γιατί ο άνθρωπός μου αξίζει μια ωδή και γιατί το σαμπουάν στο μπουκάλι τελειώνει. Γιατί να σε καλέσω άνθρωπό μου; Σπάνια μιλάμε. Όταν μιλάμε είναι βέβαια για πολύ. Ότι και να πούμε έχει νόημα. Όχι πως πιάνουμε καμιά φιλοσοφική κουβέντα, υπάρχουν και αυτά, αλλά όχι. Κάθε τι που λέμε κρύβει μια ουσία, ένα ειλικρινές και όμορφο ενδιαφέρον. Όταν μου μιλάς αυτό ξεδιπλώνεται γαλήνια και με αγκαλιάζει, μια μαμαδίστικη αγκαλιά τρυφερή και ζεστή. Ο άνθρωπός μου με αγαπά κρυφά και ας μην νοιάζεται πως περνάω την καθημερινότητά μου. Είναι υποχρεωμένος να με αγαπά αλλά δε με αγαπά γιαυτό. Εύχεται με όλη του την καρδιά να ζώ και όχι απλώς να υπάρχω. Όταν οι δρόμοι μας συναντιούνται με απωθε...

2.

«Ηρεμία είναι η ανυπαρξία». Μία σκέψη τόσο κοφτερή και έντονη, σαν σχεδόν να μην ήταν δική του, τον κατέκλυσε. Σώμα, μυαλό, ψυχή, αιθέριες υπάρξεις του νου, όλα πάγωσαν απέναντι στον τεράστιο ογκόλιθο μαύρου γρανίτη που ήταν αυτή η σκέψη. «Ηρεμία είναι η ανυπαρξία». Ανάσανε βαθιά και ήρεμα. «Που θα με πας;» ρώτησε. Το κόκκινο παιδί δεν απάντησε, παρά μόνο τον κοίταξε και ξεκίνησε στο μονοπάτι. Ο Ρόναρ έσκισε δυο κομμάτια από τον μανδύα του, τύλιξε τα παγωμένα του πόδια και ακολούθησε. Ερωτήσεις κολυμπούσαν στο μυαλό του: «Ποιος είμαι; Γιατί ήρθα εδώ; Τι είναι αυτό το παιδί;». Και καθώς περπατούσε αναρωτήθηκε αφηρημένα: «Τι έχω στην τσέπη μου;». Δεν το γνώριζε, αλλά το περιεχόμενο της τσέπης του ήταν ο λόγος που είχε έρθει στον χιονισμένο κόσμο. Όπως επίσης δεν γνώριζε ότι ο κόσμος αυτός δεν ήταν ακριβώς πραγματικός. Έψαξε στην τσέπη του και έβγαλε ένα δερματόδετο πράσινο σημειωματάριο, με μια έντονη αίσθηση deja - vu . Οι σελίδες ήταν γεμάτες με παράξενα σύμβολα γραμμένα όμως α...

1.

Του άρεσε όταν ήταν κλειστά τα παντζούρια. Ο λιγοστός ήλιος που έμπαινε στο σπίτι τον έκανε να σκέφτεται πιο δημιουργικά. Έπειθε τον εαυτό του πως όταν έχει μισοσκόταδο, ενώ έξω είναι ακόμη μεσημέρι, του αποκαλύπτεται το ανώτερο πραγματικά πνεύμα του. Έκατσε λοιπόν στην πολυθρόνα του. Μύρισε το σπίτι. Αποφάσισε να ξεκινήσει. Ψαχούλεψε με το χέρι του κάτω από το μαξιλάρι της πολυθρόνας και έβγαλε ένα δερματόδετο πράσινο σημειωματάριο. Έκατσε πιο αναπαυτικά στην πλάτη της πολυθρόνας και άρχισε να διαβάζει δυνατά σε μία γλώσσα ακαταλαβίστικη. Ξαφνικά ένας δυνατός άνεμος στροβιλίστηκε γύρω του και η ύπαρξή του εγκατέλειψε αστραπιαία την πολυθρόνα. Ακριβώς μιάμιση στιγμή αργότερα, σε έναν άλλο κόσμο, σε ενα χιονισμένο ελατόδασος που ποτέ δεν συλλήθηκε ενόψει των γενεθλίων κάποιου που σε αυτό τον κόσμο ποτέ δεν υπήρξε, η ύπαρξή του επανεμφανίστηκε. Μισή στιγμή αργότερα ένιωσε μία βίαιη σύσπαση και άδειασε το στομάχι του στο χιόνι. Μικρό το τίμημα, σκέφτηκε. Αναστέναξε, σκούπισε το πρόσ...

Αναπάντεχο Απόθεμα

Και έτσι ξαφνικά, σε βαθιά κουβέντα μπήκαμε. Για το χρόνο, την αξιοποίησή του, τους ανθρώπους, την επικοινωνία τους, τους σκοπούς τους, τα παιδιά. Και έτσι στην αρχή ένιωθα κομμάτι αταίριαστο με το παζλ των τετριμμένων – όπως μου φαίνονταν – συζητήσεων και θεμάτων, που λογικά πρέπει να βρίθουν σε αυτές τις ηλικίες, αλλά όχι στη δική μου. Δεν ήταν όμως έτσι. Από τη συζήτηση έλειπε το ψεύτικο, το επιφανειακό, ο κόμπος της δοκησισοφίας που τόσο συχνά με πνίγει. Έλεγαν αλήθειες που είτε έβγαιναν από την ψυχή τους, τόσο όμορφες και ανάλαφρες, είτε έστω έτσι μου φαινόταν λόγω της απειρίας μου. Ανέλυσε έπειτα ένας από τους συζητητές τα κόλπα που μας κάνουν να μην ζούμε πραγματικά. Τεχνάσματα ταπεινά της ίδιας της φύσης μας που μας κάνουν να χάνουμε το νόημα της κάθε στιγμής. Ο νέος πιστεύει ότι είναι άτρωτος. Δε θα πεθάνει, λέει. Γνωστό αυτό, το είχα ξανακούσει. Όμως, και να το καινούριο, ο νέος δε θα γεράσει πιστεύει επίσης. Τέχνασμα του μυαλού που μας πείθει ότι έχουμε χρόνο να ζήσουμ...