2.
«Ηρεμία είναι η
ανυπαρξία». Μία σκέψη τόσο κοφτερή και
έντονη, σαν σχεδόν να μην ήταν δική του,
τον κατέκλυσε. Σώμα, μυαλό, ψυχή, αιθέριες
υπάρξεις του νου, όλα πάγωσαν απέναντι
στον τεράστιο ογκόλιθο μαύρου γρανίτη
που ήταν αυτή η σκέψη. «Ηρεμία είναι η
ανυπαρξία». Ανάσανε βαθιά και ήρεμα.
«Που θα με πας;» ρώτησε. Το κόκκινο παιδί
δεν απάντησε, παρά μόνο τον κοίταξε και
ξεκίνησε στο μονοπάτι. Ο Ρόναρ έσκισε
δυο κομμάτια από τον μανδύα του, τύλιξε
τα παγωμένα του πόδια και ακολούθησε.
Ερωτήσεις κολυμπούσαν
στο μυαλό του: «Ποιος είμαι; Γιατί ήρθα
εδώ; Τι είναι αυτό το παιδί;». Και καθώς
περπατούσε αναρωτήθηκε αφηρημένα: «Τι
έχω στην τσέπη μου;». Δεν το γνώριζε,
αλλά το περιεχόμενο της τσέπης του ήταν
ο λόγος που είχε έρθει στον χιονισμένο
κόσμο. Όπως επίσης δεν γνώριζε ότι ο
κόσμος αυτός δεν ήταν ακριβώς πραγματικός.
Έψαξε στην τσέπη του και έβγαλε ένα
δερματόδετο πράσινο σημειωματάριο, με
μια έντονη αίσθηση deja-vu.
Οι σελίδες ήταν γεμάτες με παράξενα
σύμβολα γραμμένα όμως από το δικό του
χέρι, ήταν σίγουρος. «Παράξενο» σκέφτηκε
και συνέχισε να περπατάει πίσω από την
κοκκινομάλλικη οπτασία.
Το αγόρι δεν απαντούσε
σε καμία του ερώτηση, κι έτσι χωρίς να
ξέρει ούτε πως ονομάζεται, ούτε που
πηγαίνουν ο Ρόναρ το ακολούθησε μέχρι
που ξαφνικά έσβησε μπροστά στα μάτια
του, εξαφανίστηκε. Πριν προλάβει να
αναρωτηθεί το οτιδήποτε, άκουσε τη φωνή
του αγοριού: «Από εδώ και πέρα είναι
επικίνδυνα, δεν πρέπει να με δουν μαζί
σου». Το μονοπάτι είχε φτάσει στην άκρη
του δάσους, και γινόταν πλακόστρωτος
δρόμος. Στο φως του ήλιου που έδυε ο
Ρόναρ διέκρινε μια ψιλόλιγνη γυναικεία
φιγούρα, και πίσω της τα πανύψηλα τείχη
μία πόλης. «Σε περίμενα» του είπε.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου